στο λεξικό PONS
I. σηκώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [siˈkɔnɔ] VERB μεταβ
1. σηκώνω (ανεβάζω):
- σηκώνω τα χέρια μου/ένα ντουλάπι
- die Hände/einen Schrank hochheben
- σηκώνω κάτι ψηλά (βραβείο)
- etw in die Höhe heben
- σηκώνω κάτι στον αέρα
- etw in die Luft heben
- σηκώνω το κεφάλι μου
- seinen Kopf hochheben/anheben
- σηκώνω τα φρύδια μου
- die Augenbrauen hochziehen
- σηκώνω τα μανίκια μου
- die Ärmel hochkrempeln
- σηκώνω έναν τοίχο (τον κάνω ψηλότερο)
- eine Mauer erhöhen/höher machen
- σηκώνω τις τιμές
- die Preise anheben/erhöhen
- σηκώνω σκόνη
- Staub aufwirbeln
- σηκώνω τους ώμους (μου)
- mit den Schultern/Achseln zucken
- σηκώνω το τραπέζι (μαζεύω τα σκεύη)
- den Tisch abdecken
2. σηκώνω (από το έδαφος):
- σηκώνω
- aufheben
3. σηκώνω (ξυπνώ):
- σηκώνω
- wecken
4. σηκώνω (ξεσηκώνω, το λαό):
- σηκώνω
- aufwiegeln
5. σηκώνω (ανέχομαι):
- σηκώνω
- dulden
- δε σηκώνει αντιρρήσεις
- er/sie duldet keine Einwände
- δε σηκώνει αστεία
- er/sie kann keinen Spaß vertragen
- σε σηκώνει τώρα να ανάψουμε τσιγάρο εδώ πέρα (δεν κάνει)
- es geht jetzt nicht, dass wir hier rauchen
6. σηκώνω (αντέχω):
- σηκώνω
- aushalten, tragen können
- δε θα μας σηκώσει
- es wird uns nicht aushalten/tragen können
7. σηκώνω (βαστώ, φέρω: τη σκεπή):
- σηκώνω
- tragen
II. σηκώνομαι VERB αυτοπ ρήμα
1. σηκώνομαι (άνθρωπος):
- σηκώνομαι από
- aufstehen von
- σηκώθηκα νωρίς
- ich bin früh aufgestanden
- σηκώθηκα στραβά σήμερα μτφ
- ich bin heute mit dem linken Fuß/Bein zuerst aufgestanden
- έχω κάποιον σήκω σήκω κάτσε κάτσε
- jdn unter der/seiner Fuchtel haben
- έχω κάποιον σήκω σήκω κάτσε κάτσε (ειδικά σύζυγο)
- jdn unter dem Pantoffel haben
- σήκω!
- steh auf!
- σήκω από κει!
- steh auf da!
2. σηκώνομαι (πράγμα):
- σηκώνομαι
- sich erheben
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- σηκώνω παντιέρα μτφ
- rebellieren, auf die Barrikaden steigen
- σηκώνω σκόνη
- Staub aufwirbeln
- σηκώνω άγκυρα
- den Anker hieven
- σηκώνω μύτη μτφ
- hochnäsig werden
- σηκώνω τους ώμους (μου)
- mit den Schultern/Achseln zucken