στο λεξικό PONS
καταφατικ|ός <-ή, -ό> [katafatiˈkɔs] ΕΠΊΘ
- καταφατικός
- bejahend, affirmativ
- καταφατική απάντηση
- Zusage θηλ
- καταφατική πρόταση ΓΛΩΣΣ
- Aussagesatz αρσ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.