στο λεξικό PONS
I. πουλ|ώ <-άς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [puˈlɔ] VERB μεταβ
1. πουλώ (δίνω παίρνοντας χρήματα):
- πουλώ κάτι σε κάποιον
- jdm etw verkaufen
- το πούλησα για 900 ευρώ
- ich habe es für 900 Euro verkauft
- πουλάει το σπίτι του
- er verkauft sein Haus
- πουλώ κάτι φτηνά/ακριβά
- etw billig/teuer verkaufen
- πουλώ κάτι σε εξευτιλιστική τιμή
- etw zum Spottpreis verkaufen
- πουλώ κάτι με πίστωση
- etw auf Kredit verkaufen
- το μυθιστόρημά του πούλησε 300.000 αντίτυπα
- von seinem Roman wurden 300.000 Exemplare verkauft
- πουλώ σε κάποιον φύκια για μεταξωτές κορδέλες μτφ
- jdn an der Nase herumführen
2. πουλώ (διαθέτω για πώληση):
- πουλώ
- führen
- πουλάτε και θερμόμετρα;
- führen Sie auch Thermometer?
3. πουλώ μτφ (προδίνω):
- πουλώ
- verraten
ιδιωτισμοί:
- αλλού να τα πουλάς αυτά! μτφ
- das kannst du mir nicht verkaufen!, das kannst du einem anderen erzählen!
- τον πουλά και τον αγοράζει
- er/sie steckt ihn in die Tasche
II. πουλιέμαι VERB αυτοπ ρήμα
1. πουλιέμαι:
- αυτά τα βιβλία δεν πουλιούνται καλά
- diese Bücher verkaufen sich nicht gut
- πωλείται (σε πινακίδα)
- zu verkaufen
2. πουλιέμαι μτφ (δωροδοκούμαι):
- πουλιέμαι
- sich bestechen lassen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πουλώ κάτι με πίστωση
- etw auf Kredit verkaufen
- πουλώ ψέματα με ουρά
- das Blaue vom Himmel herunterlügen
- πουλώ κάτι σε κάποιον
- jdm etw verkaufen
- πουλώ κάτι φτηνά/ακριβά
- etw billig/teuer verkaufen
- πουλώ κάτι σε εξευτιλιστική τιμή
- etw zum Spottpreis verkaufen