στο λεξικό PONS
κάτοικος [ˈkatikɔs] SUBST mf
- κάτοικος
- Bewohner(in) αρσ (θηλ)
- είναι μόνιμος κάτοικος της Γερμανίας
- er ist in Deutschland (fest) ansässig
κάτοικος SUBST
- κάτοικος (χώρας) αρσ θηλ
- Einwohner αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κάτοικος mf αποικίας
- Siedler(in) αρσ (θηλ)
- κάτοικος mf παραμεθόριας περιοχής
- Grenzbewohner(in) αρσ (θηλ)
- είναι μόνιμος κάτοικος της Γερμανίας
- er ist in Deutschland (fest) ansässig