στο λεξικό PONS
σχέδιο [ˈsçɛðiɔ] SUBST ουδ
1. σχέδιο (ιχνογράφημα):
- σχέδιο
- Zeichnung θηλ
- μηχανολογικό σχέδιο
- technische Zeichnung θηλ
- κινούμενα σχέδια
- Zeichentrickfilm αρσ
- κινούμενα σχέδια με υπολογιστή
- Computeranimation θηλ
2. σχέδιο (σχεδιάγραμμα, πλάνο, πρόγραμμα):
- σχέδιο
- Plan αρσ
- σύμφωνα με το σχέδιο
- planmäßig
3. σχέδιο (προσχέδιο):
- σχέδιο
- Entwurf αρσ
- σχέδιο νόμου
- Gesetzentwurf αρσ
4. σχέδιο (σε ύφασμα):
- σχέδιο
- Muster ουδ
5. σχέδιο ΝΟΜ, ΟΙΚΟΝ:
- βιομηχανικό σχέδιο και υπόδειγμα
- Geschmacksmuster ουδ
- νομοθεσία θηλ περί σχεδίων και υποδειγμάτων
- Geschmacksmusterrecht ουδ
- προστασία θηλ βιομηχανικών σχεδίων και υποδειγμάτων
- Geschmacksmusterschutz αρσ
σχέδιο SUBST
- κάνω σχέδια
- Pläne machen
- κάνω σχέδια να...
- ich habe vor zu...
σχέδιο
- το σχέδιο πέτυχε
- der Plan hat geklappt
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- σχέδιο ουδ εξυγίανσης
- Sanierungsplan αρσ
- σχέδιο ουδ εκβιομηχάνισης
- Industrialisierungsplan αρσ
- σχέδιο ουδ επενδύσεων
- Investitionsplan αρσ
- σχέδιο ουδ απόσβεσης
- Tilgungsplan αρσ
- σχέδιο ουδ ανάπτυξης
- Entwicklungsplan αρσ