στο λεξικό PONS
αφθονία [afθɔˈnia] SUBST θηλ
1. αφθονία (υπερβολική ποσότητα):
- αφθονία
- Überfluss αρσ
- υπάρχει αφθονία κάποιου πράγματος (επαρκεί)
- etw ist reichlich vorhanden
- υπάρχει αφθονία κάποιου πράγματος (περισσεύει)
- etw ist im Überfluss vorhanden
- αφθονία γαλακτοκομικών προϊόντων (ανεπιθύμητη ποσότητα)
- Überfluss αρσ an Milchprodukten
- ζω στην αφθονία
- im Überfluss leben
- κοινωνία θηλ της αφθονίας
- Überflussgesellschaft θηλ
2. αφθονία (πλούτος):
- αφθονία
- Reichtum αρσ
- αφθονία ορυκτών/αγαθών
- Reichtum αρσ an Bodenschätzen/Gütern
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- υπάρχει αφθονία κάποιου πράγματος (επαρκεί)
- etw ist reichlich vorhanden
- αφθονία γαλακτοκομικών προϊόντων (ανεπιθύμητη ποσότητα)
- Überfluss αρσ an Milchprodukten
- ζω στην αφθονία
- im Überfluss leben
- αφθονία ορυκτών/αγαθών
- Reichtum αρσ an Bodenschätzen/Gütern