στο λεξικό PONS
μελέτη [mɛˈlɛti] SUBST θηλ
1. μελέτη (διάβασμα):
- μελέτη
- Lernen ουδ
- μελέτη
- Studium ουδ
2. μελέτη (εξέταση):
- μελέτη
- Untersuchung θηλ
- μελέτη των δυνατοτήτων ΟΙΚΟΝ
- Durchführbarkeitsanalyse θηλ
3. μελέτη (επιστημονική έρευνα):
- μελέτη
- Forschung θηλ
4. μελέτη (πραγματεία):
- μελέτη
- Untersuchung θηλ
- μελέτη
- Studie θηλ
- μελέτη της αγοράς
- Marktstudie θηλ
- περιπτωσιολογική μελέτη, μελέτη περίπτωσης
- Fallstudie θηλ
μελέτη SUBST
- μελέτη δυνατοτήτων θηλ
- Machbarkeitsstudie θηλ
- μελέτη σκοπιμότητας θηλ
- Machbarkeitsstudie θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- περιπτωσιολογική μελέτη, μελέτη περίπτωσης
- Fallstudie θηλ
- μελέτη θηλ δικογραφίας
- Akteneinsicht θηλ
- μελέτη θηλ σκοπιμότητας ΟΙΚΟΝ
- Machbarkeitsstudie θηλ
- περιπτωσιολογική μελέτη
- Fallstudie θηλ
- μελέτη των δυνατοτήτων ΟΙΚΟΝ
- Durchführbarkeitsanalyse θηλ