στο λεξικό PONS
πορτοφόλι [pɔrtɔˈfɔli] SUBST ουδ
- πορτοφόλι
- Portemonnaie ουδ
- πορτοφόλι
- Geldbörse θηλ
- έχω γεμάτο πορτοφόλι μτφ
- ein dickes Portemonnaie haben
- πορτοφόλι για κέρματα
- Geldbörse θηλ (für Münzen)
- πορτοφόλι για κέρματα
- Geldbeutel αρσ
- ηλεκτρονικό πορτοφόλι Η/Υ
- E-Geldbörse θηλ
- πορτοφόλι πιστωτικών καρτών
- Kreditkartenetui ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ηλεκτρονικό πορτοφόλι Η/Υ
- E-Geldbörse θηλ
- το πορτοφόλι σου πάει
- dein Portmonee kannst du vergessen
- έχω γεμάτο πορτοφόλι μτφ
- ein dickes Portemonnaie haben
- πορτοφόλι για κέρματα
- Geldbörse θηλ (für Münzen)
- πορτοφόλι πιστωτικών καρτών
- Kreditkartenetui ουδ