στο λεξικό PONS
καυ|χιέμαι <-χήθηκα> [kaˈfçɛmɛ] VERB αυτοπ ρήμα
- καυχιέμαι για κάτι
- mit etw prahlen/angeben
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- καυχιέμαι για κάτι
- mit etw prahlen/angeben
Αναζήτηση στο λεξικό
- καυτερός
- καυτηριάζω
- καυτηρίαση
- καυτός
- καύτρα
- καυχιέμαι
- καφάσι
- καφέ
- καφέα
- καφεΐνη
- καφεκούτι