στο λεξικό PONS
στουμπώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [stumˈbɔnɔ] VERB μεταβ
1. στουμπώνω (χώνω):
- στουμπώνω
- stopfen
2. στουμπώνω (παραγεμίζω):
- στουμπώνω
- vollstopfen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- στομωμένος
- στομώνω
- στοπ
- στόπερ
- στορ
- στουμπώνω
- στούντιο
- στουπί
- στουπόχαρτο
- στουπώνω
- στουρνάρι