στο λεξικό PONS
I. δι|αβαίνω <-άβηκα> [ðjaˈvɛnɔ] VERB αμετάβ
1. διαβαίνω (περνώ με τα πόδια):
- διαβαίνω
- vorbeigehen
- αν έχει τύχη διάβαινε και ριζικό περπάτει παροιμ
- wenn man das Glück auf seiner Seite hat, kann nichts schiefgehen
2. διαβαίνω (περνώ με όχημα):
- διαβαίνω
- vorbeifahren
3. διαβαίνω (καιρός: παρέρχομαι):
- διαβαίνω
- vergehen
II. δι|αβαίνω <-άβηκα> [ðjaˈvɛnɔ] VERB μεταβ
1. διαβαίνω (ποταμό, δρόμο: περνώ από πάνω):
- διαβαίνω
- überqueren
2. διαβαίνω (δάσος: περνώ από μέσα):
- διαβαίνω
- durchqueren
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.