στο λεξικό PONS
κυνηγ|ώ <-άς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [ciniˈɣɔ] VERB μεταβ
1. κυνηγώ (ζώο):
- κυνηγώ
- jagen
2. κυνηγώ (καταδιώκω):
- κυνηγώ
- verfolgen
- τον κυνηγάει η τύχη
- ihn verfolgt das Glück
3. κυνηγώ (διώχνω: κουνούπια, κότες, πελάτες):
- κυνηγώ
- verscheuchen
4. κυνηγώ (ψάχνω να βρω):
- κυνηγάει αυτόγραφα
- er jagt nach Autogrammen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- κυνηγώ τον ποδόγυρο
- ein Schürzenjäger sein