στο λεξικό PONS
καταχωρί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [kataxɔˈrizɔ] VERB μεταβ
1. καταχωρίζω (σε κατάλογο):
- καταχωρίζω
- eintragen, aufnehmen
2. καταχωρίζω (σε εφημερίδα):
- καταχωρίζω
- aufnehmen
- καταχωρίζω μια αγγελία (ως πελάτης)
- eine Anzeige aufgeben
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- καταχωρίζω μια αγγελία (ως πελάτης)
- eine Anzeige aufgeben