στο λεξικό PONS
I. αργοπορ|ώ <-είς, -ησα, -ημένος> [arɣɔpɔˈrɔ] VERB μεταβ (καθυστερώ κάποιον)
- τον αργοπόρησε ο …
- er hat sich wegen des … verspätet
- τι σε αργοπόρησε τόσο;
- weswegen hast du dich so verspätet?
II. αργοπορ|ώ <-είς, -ησα, -ημένος> [arɣɔpɔˈrɔ] VERB αμετάβ (φτάνω αργά)
- αργοπορώ
- sich verspäten
- με συγχωρείς που αργοπόρησα
- entschuldige bitte die/meine Verspätung
- έφτασε αργοπορημένος
- er kam verspätet an
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.