στο λεξικό PONS
καπνός1 [kapˈnɔs] SUBST αρσ (αερώδες μείγμα)
- καπνός
- Rauch αρσ
- γίνομαι καπνός
- sich aus dem Staub machen
- δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά παροιμ
- wo Rauch ist, da ist auch Feuer
- προπέτασμα καπνού ΣΤΡΑΤ
- Rauchvorhang αρσ
καπν|ός2 <-ά> [kapˈnɔs] SUBST ουδ SUBST αρσ (φυτό και κατεργασμένα φύλλα)
- καπνός
- Tabak αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- γίνομαι καπνός
- sich aus dem Staub machen
- δεν υπάρχει καπνός χωρίς φωτιά παροιμ
- wo Rauch ist, da ist auch Feuer