στο λεξικό PONS
παρ|έχω <-ασχέθηκα> [paˈrɛxɔ] VERB μεταβ
- παρέχω
- gewähren
- παρέχω βοήθεια
- Hilfe leisten
- παρέχω εγγύηση
- Garantie gewähren
- παρέχω προστασία
- Schutz gewähren
- παρέχω υποστήριξη σε κάποιον
- jdm Unterstützung gewähren
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- παρέχω βοήθεια
- Hilfe leisten
- παρέχω εγγύηση
- Garantie gewähren
- παρέχω προστασία
- Schutz gewähren
- παρέχω υποστήριξη σε κάποιον
- jdm Unterstützung gewähren
- παρέχω κατάλυμα σε κάποιον
- jdm Unterkunft geben