στο λεξικό PONS
κατάλληλ|ος <-η, -ο> [kaˈtalilɔs] ΕΠΊΘ
1. κατάλληλος (χρήσιμος για ορισμένο σκοπό):
- κατάλληλος
- geeignet
- είναι κατάλληλα για τον ορειβάτη
- sie sind für den Bergsteiger geeignet
- είναι κατάλληλα για ορειβασία
- sie sind zum Bergsteigen geeignet
- δεν είναι το κατάλληλο άτομο για τέτοια δουλειά
- er ist nicht der geeignete Mann für so eine Arbeit
2. κατάλληλος (στιγμή):
- κατάλληλος
- passend
- περιμένω την κατάλληλη στιγμή
- ich warte auf den passenden Moment
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.