στο λεξικό PONS
I. πλησιά|ζω <-σα> [plisiˈazɔ] VERB μεταβ (φέρνω κοντά)
- πλησιάζω κάτι σε κάτι
- etw an etw αιτ heranbringen, etw in die Nähe von etw bringen
- πλησιάζω κάτι
- sich einer Sache nähern
- με πλησίασε
- er/sie näherte sich mir
II. πλησιά|ζω <-σα> [plisiˈazɔ] VERB αμετάβ
1. πλησιάζω (έρχομαι κοντά):
- πλησίασε ένας κύριος και …
- ein Herr näherte sich und …
- πλησίασε (πήγαινε πιο κοντά)
- tritt näher
2. πλησιάζω (κοντεύει κάτι):
- πλησιάζει ο χειμώνας
- der Winter naht
- πλησιάζει τα εξήντα
- er/sie ist fast 60
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πλησιάζω κάτι
- sich einer Sache nähern
- πλησιάζω κάτι σε κάτι
- etw an etw αιτ heranbringen, etw in die Nähe von etw bringen