στο λεξικό PONS
I. μαδ|ώ <-άς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [maˈðɔ] VERB μεταβ
1. μαδώ (πτηνό):
- μαδώ
- rupfen
2. μαδώ:
- μαδάει τα φρύδια της
- sie zupft sich δοτ die Augenbrauen
3. μαδώ:
- μαδώ ένα λουλούδι
- die Blütenblätter einer Blume γεν abzupfen
4. μαδώ μτφ (πελάτη):
- μαδώ
- schröpfen
II. μαδ|ώ <-άς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [maˈðɔ] VERB αμετάβ
1. μαδώ (για τρίχες):
- μαδώ
- Haare verlieren
2. μαδώ (για φτερά):
- μαδώ
- Federn verlieren
3. μαδώ (για φύλλα):
- μαδώ
- Blätter verlieren
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μαδώ ένα λουλούδι
- die Blütenblätter einer Blume γεν abzupfen