στο λεξικό PONS
μέθοδος [ˈmɛθɔðɔs] SUBST θηλ
1. μέθοδος (διδασκαλίας κτλ):
- μέθοδος
- Methode θηλ
- μέθοδος διδασκαλίας
- Lehrmethode θηλ
- μέθοδος εξέτασης
- Untersuchungsmethode θηλ
- μέθοδος θεραπείας
- Behandlungsmethode θηλ
2. μέθοδος (τρόπος ενέργειας):
- μέθοδος
- Vorgehensweise θηλ
- αλλάζω μέθοδο
- die Vorgehensweise ändern
3. μέθοδος (τρόπος για την επίτευξη σκοπού):
- μέθοδος
- Möglichkeit θηλ
- πρέπει να βρω μια μέθοδο να …
- ich muss eine Möglichkeit finden, zu …
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- μέθοδος θηλ σύγκρισης
- Vergleichsmethode θηλ
- μέθοδος θηλ συμψηφισμού
- Verrechnungsmethode θηλ
- μέθοδος θηλ μέτρησης
- Messmethode θηλ
- μέθοδος θηλ κατασκευής
- Herstellungsverfahren ουδ
- μέθοδος θηλ διάγνωσης
- Diagnosemethode θηλ