στο λεξικό PONS
I. προσποι|ούμαι <-ήθηκα, -ημένος> [prɔspiˈumɛ] VERB αποθ ρήμα μεταβ
- προσποιούμαι τον άρρωστο/κουτό
- sich krank/dumm stellen
- προσποιούμαι ενδιαφέρον
- Interesse vortäuschen
- προσποιήθηκε ότι διάβαζε
- er tat so, als würde er lesen/er täuschte vor zu lesen
II. προσποι|ούμαι <-ήθηκα, -ημένος> [prɔspiˈumɛ] VERB αμετάβ
- δεν έχει τίποτα, απλώς προσποιείται
- er/sie hat nichts, er/sie tut nur so
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- προσποιούμαι ενδιαφέρον
- Interesse vortäuschen
- προσποιούμαι τον άρρωστο/κουτό
- sich krank/dumm stellen