στο λεξικό PONS
αστρά|φτω <-ψα> [asˈtraftɔ] VERB αμετάβ
1. αστράφτω:
- αστράφτω
- blitzen
- αστράφτει
- es blitzt
- αστράφτει και βροντάει
- es blitzt und donnert
2. αστράφτω (μάτια, κοσμήματα):
- αστράφτω
- blitzen
3. αστράφτω (πρόσωπο):
- αστράφτω
- strahlen
- το πρόσωπό της άστραφτε από χαρά
- sie strahlte vor Freude
ιδιωτισμοί:
- αστράφτω ένα χαστούκι σε κάποιον
- jdm eine Ohrfeige verpassen
- αστράφτω μία σε κάποιον
- jdm eine scheuern
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αστράφτω μία σε κάποιον
- jdm eine scheuern
- αστράφτω ένα χαστούκι σε κάποιον
- jdm eine Ohrfeige verpassen