στο λεξικό PONS
I. καθησυχά|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [kaθisiˈxazɔ] VERB μεταβ (κάνω ήσυχο)
- καθησυχάζω
- beruhigen
II. καθησυχά|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [kaθisiˈxazɔ] VERB αμετάβ (γίνομαι ήσυχος)
- καθησυχάζω
- sich beruhigen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.