στο λεξικό PONS
περιπλαν|ιέμαι <-ήθηκα, -ημένος> [pɛriplaˈɲɛmɛ] VERB αυτοπ ρήμα
1. περιπλανιέμαι (γυρίζω εδώ κι εκεί):
- περιπλανιέμαι
- umherirren
2. περιπλανιέμαι (χάνω το δρόμο μου):
- περιπλανιέμαι
- sich verirren
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.