στο λεξικό PONS
σύνταγμα [ˈsindaɣma] SUBST ουδ
1. σύνταγμα ΝΟΜ:
- σύνταγμα
- Verfassung θηλ
- ευρωπαϊκό σύνταγμα
- europäische Verfassung θηλ
- ομοσπονδιακό σύνταγμα
- Bundesverfassung θηλ
- ερμηνεία θηλ του συντάγματος
- Verfassungsauslegung θηλ
2. σύνταγμα ΣΤΡΑΤ:
- σύνταγμα
- Regiment ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ομοσπονδιακό σύνταγμα
- Bundesverfassung θηλ
- ευρωπαϊκό σύνταγμα
- europäische Verfassung θηλ