στο λεξικό PONS
αίτησ|η <-εις> [ˈɛtisi] SUBST θηλ
1. αίτηση (έγγραφη):
- αίτηση για
- Antrag αρσ auf +αιτ
- υποβάλλω αίτηση για κάτι
- einen Antrag auf etw αιτ stellen, etw beantragen
- έγγραφη αίτηση
- schriftlicher Antrag αρσ
- έντυπο ουδ αιτήσεως
- Antragsformular ουδ
- αποδέκτης/αποδέκτρια αρσ/θηλ αίτησης
- Antragsempfänger(in) αρσ (θηλ)
- δικαίωμα ουδ αίτησης ΝΟΜ
- Antragsrecht ουδ
- προθεσμία θηλ αίτησης
- Antragsfrist θηλ
2. αίτηση (παράκληση, ζήτηση):
- αίτηση
- Gesuch ουδ
- υποβάλλω αίτηση για κάτι
- ein Gesuch auf/um etw αιτ einreichen
3. αίτηση Η/Υ:
- αίτηση
- Aufruf αρσ
- αίτηση (εμφάνισης) σελίδας
- Seitenaufruf αρσ
- (συνολικός) αριθμός αρσ αιτήσεων (στο διακομιστή)
- Hits αρσ πλ
δήλωση/εγγραφή/αίτηση
- δήλωση/εγγραφή/αίτηση
- die Anmeldung,-en
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αίτηση θηλ πτώχευσης
- Konkursantrag αρσ
- αίτηση θηλ χρεοκοπίας
- Konkursantrag αρσ
- αίτηση θηλ άδειας
- Genehmigungsantrag αρσ
- αίτηση θηλ παραίτησης
- Rücktrittsgesuch ουδ
- αίτηση θηλ προσχώρησης
- Beitrittsantrag αρσ