στο λεξικό PONS
I. ισοφαρί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [isɔfaˈrizɔ] VERB μεταβ (έξοδα)
- ισοφαρίζω
- wieder einbringen
II. ισοφαρί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [isɔfaˈrizɔ] VERB αμετάβ ΑΘΛ
- ισοφαρίζω
- für den Ausgleich sorgen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.