στο λεξικό PONS
πλέ|κω <-ξα, -χτηκα, -γμένος> [ˈplɛkɔ] VERB μεταβ
1. πλέκω (πουλόβερ):
- πλέκω
- stricken
2. πλέκω (δαντέλα):
- πλέκω
- häkeln
3. πλέκω (καλάθι, στεφάνι):
- πλέκω
- flechten
4. πλέκω (δίχτυ):
- πλέκω
- knüpfen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πλέκω ειδύλλιο
- eine Romanze beginnen
- πλέκω το εγκώμιο κάποιου
- über jdn ein Loblied singen