στο λεξικό PONS
καμπίνα [kamˈbina] SUBST θηλ
1. καμπίνα (μικρός θάλαμος):
- καμπίνα
- Kabine θηλ
2. καμπίνα ΝΑΥΣ (μέλους πληρώματος):
- καμπίνα
- Kajüte θηλ
3. καμπίνα ΝΑΥΣ (επιβατών):
- καμπίνα
- Kabine θηλ
- καμπίνα επιβατών
- Passagierkabine θηλ
4. καμπίνα ΑΕΡΟ:
- καμπίνα πιλότου
- Cockpit ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- καμπίνα θηλ λουξ
- Luxuskabine θηλ
- καμπίνα επιβατών
- Passagierkabine θηλ
- καμπίνα πιλότου
- Cockpit ουδ