στο λεξικό PONS
μεταμόρφωσ|η <-εις> [mɛtaˈmɔrfɔsi] SUBST θηλ
1. μεταμόρφωση (γενικά):
- μεταμόρφωση σε
- Umwandlung θηλ in +αιτ
- μεταμόρφωση σε
- Transformation θηλ
2. μεταμόρφωση (με μάγια):
- μεταμόρφωση σε
- Verwandlung θηλ in +αιτ
3. μεταμόρφωση ΒΙΟΛ:
- μεταμόρφωση
- Metamorphose θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- ισοχημική μεταμόρφωση
- isocheme Metamorphose θηλ
- ολομετάβολη μεταμόρφωση
- vollkommene Verwandlung θηλ