στο λεξικό PONS
I. νεκρ|ός <-ή, -ό> [nɛˈkrɔs] ΕΠΊΘ
- νεκρός
- tot
- ούτε και νεκρός
- nicht mal im Traum
- νεκρό σημείο
- Totpunkt αρσ
- νεκρό σημείο ουδ εκμετάλλευσης ΟΙΚΟΝ
- Gewinnschwelle θηλ
- νεκρό σημείο ουδ εκμετάλλευσης ΟΙΚΟΝ
- Kostendeckungspunkt αρσ
- νεκρή φύση
- Stillleben ουδ
II. νεκρ|ός <-ή, -ό> [nɛˈkrɔs] SUBST αρσ/θηλ
- νεκρός
- Tote(r) mf
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- έπεσε νεκρός
- er fiel tot um
- νεκρός χώρος ΑΝΑΤ
- anatomischer Totraum αρσ
- νεκρός χρόνος ΗΛΕΚ
- Totzeit θηλ
- ούτε και νεκρός
- nicht mal im Traum