στο λεξικό PONS
πνεύμα [ˈpnɛvma] SUBST ουδ
1. πνεύμα:
- πνεύμα
- Geist αρσ
- ένας λόγος όλο πνεύμα
- geistreiche Worte
- πνεύμα της εποχής
- Zeitgeist αρσ
- μπαίνω στο πνεύμα κάποιου
- jdn begreifen
- επιχειρηματικό πνεύμα
- Unternehmergeist αρσ
- ομαδικό πνεύμα
- Gruppengeist αρσ
- το Άγιο Πνεύμα
- der Heilige Geist αρσ
2. πνεύμα ΓΛΩΣΣ:
- πνεύμα
- Spiritus αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πνεύμα ουδ αντιλογίας
- jemand, der grundsätzlich widerspricht
- ομαδικό πνεύμα
- Gruppengeist αρσ
- ανήσυχο πνεύμα
- rastloser Mensch αρσ
- δυνατό πνεύμα
- ein starker Geist αρσ
- επιχειρηματικό πνεύμα
- Unternehmergeist αρσ