στο λεξικό PONS
λανθασμέν|ος <-η, -ο> [lanθazˈmɛnɔs] ΕΠΊΘ
- λανθασμένος
- falsch
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.
Αναζήτηση στο λεξικό
- λαμπρύνω
- λαμπτήρας
- λαμπυρίζω
- λάμπω
- λάμψη
- λανθασμένος
- λανολίνη
- λανοστερόλη
- λανσάρισμα
- λανσάρω
- λάντζα