στο λεξικό PONS
αξιολόγησ|η <-εις> [aksiɔˈlɔjisi] SUBST θηλ
1. αξιολόγηση (γενικά):
- αξιολόγηση
- Evaluierung θηλ
- αξιολόγηση
- Bewertung θηλ
- αξιολόγηση φερεγγυότητας
- Bonitätsbewertung θηλ
- ενδιάμεση αξιολόγηση
- Zwischenbewertung θηλ
- αξιολόγηση των εξόδων
- Ausgabenschätzung θηλ
- αξιολόγηση του κινδύνου
- Gefahrenbewertung θηλ
2. αξιολόγηση ΣΧΟΛ:
- αξιολόγηση
- Bewertung θηλ
αξιολόγηση SUBST
- αξιολόγηση σχολικής επίδοσης θηλ ΣΧΟΛ
- Leistungsbewertung θηλ
- αξιολόγηση σχολικής επίδοσης θηλ ΣΧΟΛ
- Leistungsbeurteilung θηλ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αξιολόγηση θηλ φερεγγυότητας
- Bonitätsbewertung θηλ
- αξιολόγηση θηλ ποιότητας
- Qualitätsbeurteilung θηλ
- αξιολόγηση φερεγγυότητας
- Bonitätsbewertung θηλ
- ενδιάμεση αξιολόγηση
- Zwischenbewertung θηλ
- αξιολόγηση των εξόδων
- Ausgabenschätzung θηλ