στο λεξικό PONS
I. αρπά|ζω <-ξα, -χτηκα, -γμένος> [arˈpazɔ] VERB μεταβ
1. αρπάζω (πιάνω με το χέρι):
- αρπάζω
- packen
- τον άρπαξε από το μπράτσο
- er packte ihn am Arm
2. αρπάζω (αποσπώ βίαια):
- αρπάζω
- reißen
- μου άρπαξε το βιβλίο από τα χέρια
- er riss mir das Buch aus den Händen
3. αρπάζω (τον κλέφτη που πάει να φύγει):
- αρπάζω
- schnappen
4. αρπάζω (παίρνω γρήγορα για να φύγω):
- αρπάζω
- schnappen
- άρπαξε το ρολόι και το 'βαλε στα πόδια
- er schnappte (sich δοτ) die Uhr und lief weg
5. αρπάζω (απάγω):
- αρπάζω
- entführen
6. αρπάζω (αρρώστια):
- αρπάζω ένα βήχα
- sich δοτ einen Husten holen
7. αρπάζω (φωτιά):
- αρπάζω φωτιά
- Feuer fangen
8. αρπάζω (ευκαιρία):
- αρπάζω
- ergreifen
- αρπάζω την ευκαιρία από τα μαλλιά
- die Gelegenheit beim Schopfe fassen
9. αρπάζω (κλέβω σε κάποιο κατάστημα):
- αρπάζω
- mitgehen lassen
10. αρπάζω:
- τις αρπάζω (τρώω ξύλο)
- Dresche bekommen
- αρπάζω ένα γερό ξύλο
- eine ordentliche Tracht Prügel bekommen
- αρπάζω μία στο μάτι
- eins aufs Auge bekommen
11. αρπάζω οικ (καταλαβαίνω):
- αρπάζω
- kapieren
II. αρπάζομαι VERB αυτοπ ρήμα
1. αρπάζομαι (να μην πέσω):
- αρπάζομαι από
- sich festhalten an +δοτ
2. αρπάζομαι (οργίζομαι):
- αρπάζομαι με
- sich aufregen über +αιτ
- μην αρπάζεσαι έτσι!
- reg dich nicht so auf!
- αρπάζεται με το παραμικρό
- er regt sich über jede Kleinigkeit auf
3. αρπάζομαι (αρχίζω καβγά):
- αρπάζομαι για
- sich δοτ in die Haare geraten wegen
- αρπάχτηκαν
- sie gerieten sich in die Haare
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αρπάζω φωτιά
- Feuer fangen
- τις αρπάζω (τρώω ξύλο)
- Dresche bekommen
- αρπάζω ένα γερό ξύλο
- eine ordentliche Tracht Prügel bekommen
- αρπάζω μία στο μάτι
- eins aufs Auge bekommen
- αρπάζω ένα βήχα
- sich δοτ einen Husten holen