στο λεξικό PONS
γεννημέν|ος <-η, -ο> [jɛniˈmɛnɔs] ΕΠΊΘ
- γεννημένος
- geboren
- είναι γεννημένος ηθοποιός
- er ist ein geborener Schauspieler
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- είναι γεννημένος ηθοποιός
- er ist ein geborener Schauspieler