στο λεξικό PONS
πέ|φτω <-σα, -σμένος> [ˈpɛftɔ] VERB αμετάβ
1. πέφτω:
- πέφτω
- fallen
- το ποτήρι έπεσε από το τραπέζι
- das Glas ist vom Tisch gefallen
- μου έπεσε από το χέρι
- es ist mir aus der Hand gefallen
- αφήνω κάτι να πέσει
- etw fallen lassen
- έπεσε σε μια πολυθρόνα (να ξεκουραστεί)
- er ließ sich in einen Sessel fallen
- έπεσε στα γόνατα (ικέτευε)
- er fiel auf die Knie
- έπεσαν ο ένας στην αγκαλιά του άλλου
- sie sind sich in die Arme gefallen
2. πέφτω (πέφτω κάτω):
- πέφτω
- hinfallen
- δεν πρόσεξε και έπεσε
- er hat nicht aufgepasst und ist hingefallen
- έπεσε νεκρός
- er fiel tot um
3. πέφτω (ρίχνομαι):
- πέφτω πάνω
- sich stürzen auf +αιτ
- πέφτω με τα μούτρα σε κάτι
- sich auf etw αιτ stürzen
4. πέφτω (συναντώ τυχαία):
- πέφτω
- zufällig treffen
- έπεσα σ' έναν συνάδελφό μου
- ich traf zufällig einen Kollegen
5. πέφτω (βρίσκω τυχαία):
- πέφτω σε
- stoßen auf +αιτ
- έπεσα σε μια αγγελία που …
- ich stieß auf eine Anzeige, die …
6. πέφτω (καταρρέω):
- πέφτω
- einstürzen
7. πέφτω (χτυπώ πάνω σε κάτι):
- το αυτοκίνητο έπεσε πάνω στο δέντρο
- das Auto fuhr gegen den Baum
- δεν είχε προσέξει κι έπεσε πάνω σε μια κολόνα (ως πεζός)
- er hatte nicht aufgepasst und war gegen eine Säule gelaufen
8. πέφτω (τιμές, θερμοκρασία):
- πέφτω
- fallen
9. πέφτω (ενδιαφέρον, ενθουσιασμός):
- πέφτω
- abnehmen
10. πέφτω (άνεμος, θυμός):
- πέφτω
- sich legen
11. πέφτω (για ρούχα):
- πέφτω
- sitzen
- το σακάκι δεν πέφτει καλά
- das Jackett sitzt nicht gut
12. πέφτω (για μαλλιά):
- τα μαλλιά της έπεφταν στους ώμους της
- ihre Haare gingen ihr bis zu den Schultern
- πέφτουν ωραία τα μαλλιά σου
- deine Haare liegen schön
13. πέφτω (καταλήγω άθελα):
- πέφτω
- geraten
- έπεσα σε λάθος δρόμο
- ich bin auf eine falsche Straße geraten
- έπεσε σε κακές παρέες
- er ist in schlechte Gesellschaft geraten
- πέφτω σε παγίδα/σε ανέχεια/στο γελοίο
- in eine Falle/in Armut/ins Lächerliche geraten
ιδιωτισμοί:
- πέφτω σε δυσκολίες
- auf Schwierigkeiten stoßen
- πέφτω στα μαλακά
- mit einem blauen Auge davonkommen
- πέφτω σε αχρησία
- außer Gebrauch kommen
- πέφτω άρρωστος
- krank werden
- πέφτω για ύπνο
- sich schlafen legen/ins Bett gehen
- πέφτω από τα σύννεφα
- aus allen Wolken fallen
- δε μου πέφτει λόγος σ' αυτό
- hierbei habe ich nichts zu sagen
- 5.000; - όχι, έπεσες έξω (στο μάντεμα)
- 5.000? - nein, du hast danebengeraten
- αν δεν έπεσα έξω θα στοιχίσει περίπου 70.000 (αν υπολόγισα καλά)
- wenn ich mich nicht verrechnet habe, wird es ungefähr 70.000 kosten
- αν νομίζεις ότι θα σε βοηθήσω έπεσες έξω
- wenn du denkst, ich werde dir helfen, bist du auf dem Holzweg
πέφτω VERB
- πέφτω έξω οικ ιδιωτ
- falsch liegen
- πέφτεις έξω αν νομίζεις ότι... οικ
- du liegst falsch, wenn du denkst, dass...
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πέφτω άρρωστος
- erkranken, krank werden
- πέφτω λιπόθυμος
- in Ohnmacht fallen
- πέφτω από τη σκάλα
- die Treppe hinunterfallen
- πέφτω από τα σύννεφα
- aus allen Wolken fallen
- πέφτω στα πόδια κάποιου
- jdm zu Füßen fallen