στο λεξικό PONS
αγκάθι [aŋˈgaθi] SUBST ουδ
1. αγκάθι (γενικά):
- αγκάθι
- Stachel αρσ
2. αγκάθι (φυτού):
- αγκάθι
- Dorn αρσ
- κάθομαι στ' αγκάθια
- wie auf (glühenden) Kohlen sitzen
- του είναι αγκάθι στο μάτι
- es ist ihm ein Dorn im Auge
- από ρόδο βγαίνει αγκάθι κι απ' αγκάθι βγαίνει ρόδο παροιμ
- keine Rose ohne Dornen
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- του είναι αγκάθι στο μάτι
- es ist ihm ein Dorn im Auge
- από ρόδο βγαίνει αγκάθι κι απ' αγκάθι βγαίνει ρόδο παροιμ
- keine Rose ohne Dornen