στο λεξικό PONS
I. απατ|ώ <-άς, -ησα, -ήθηκα, -ημένος> [apaˈtɔ] VERB μεταβ
1. απατώ (γεγελάω, μεταξύ ζεύγους):
- απατώ
- betrügen
2. απατώ (δημιουργώ πλάνη σε κάποιον):
- απατώ
- täuschen
- αν δε με απατά η μνήμη μου
- wenn ich mich recht erinnere
II. απατώμαι VERB αυτοπ ρήμα
- απατώμαι
- sich täuschen