στο λεξικό PONS
ιππικ|ός <-ή, -ό> [ipiˈkɔs] ΕΠΊΘ
1. ιππικός (σχετιζόμενος με τα άλογα):
- ιππικός
- Pferde-
2. ιππικός (σχετιζόμενος με την ιππασία):
- ιππικός
- Reit-
- ιππικοί αγώνες
- Reitturnier ουδ ενικ
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.