στο λεξικό PONS
I. σπά|(ζ)ω <-σα, -σμένος> [ˈspa(z)ɔ] VERB μεταβ
1. σπά(ζ)ω (πιάτο, ξύλο κτλ):
- σπά(ζ)ω
- zerbrechen
- σπάω το κεφάλι μου
- sich δοτ den Kopf zerbrechen
- απόψε θα τα σπάσουμε
- heute machen wir einen drauf
- μου τη σπάει
- er geht mir auf die Nerven
2. σπά(ζ)ω (χαλώ):
- σπά(ζ)ω
- kaputtmachen
3. σπά(ζ)ω (το χέρι):
- σπάω το χέρι μου
- sich δοτ den Arm brechen
4. σπά(ζ)ω (καρύδια):
- σπά(ζ)ω
- knacken
5. σπά(ζ)ω (περηφάνια κάποιου, απεργία, ρεκόρ):
- σπά(ζ)ω
- brechen
II. σπά|(ζ)ω <-σα, -σμένος> [ˈspa(z)ɔ] VERB αμετάβ
1. σπά(ζ)ω (για πιάτο, ξύλο κτλ):
- σπά(ζ)ω
- zerbrechen
- σπάσε! (φύγε)
- verzieh dich!, verschwinde!
2. σπά(ζ)ω (χαλώ):
- σπά(ζ)ω
- kaputtgehen
III. σπάζομαι VERB αυτοπ ρήμα
1. σπάζομαι οικ (θυμώνω):
- σπάζομαι
- sauer werden
- σπάζομαι με τέτοια πράματα
- bei solchen Sachen werde ich sauer
- σπάζομαι όταν …
- ich werde sauer, wenn …
- σπάζομαι δύσκολα
- ich werde nicht leicht/schnell sauer
- αρχίζω και σπάζομαι
- ich werde langsam sauer
2. σπάζομαι (νιώθω θυμωμένος):
- σπάζομαι
- sich ärgern
- σπάζομαι που δεν μπορώ να …
- ich ärgere mich/es ärgert mich, dass ich nicht … kann
- εκεί που σπάζομαι εγώ είναι που …
- was mich ärgert, ist, dass …