στο λεξικό PONS
I. λύ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [ˈlinɔ] VERB μεταβ
1. λύνω (σκοινί, σκύλο):
- λύνω
- losbinden
2. λύνω (κόμπο, πρόβλημα):
- λύνω
- lösen
3. λύνω (μηχανή):
- λύνω
- zerlegen, demontieren
4. λύνω (διαφορά):
- λύνω
- beilegen
5. λύνω (ακυρώνω: σύμβαση, γάμο):
- λύνω
- auflösen
6. λύνω (εταιρεία):
- λύνω
- auflösen
II. λύνομαι VERB αυτοπ ρήμα
- λύνομαι
- sich lösen
- λύνομαι στα γέλια
- sich totlachen
- όταν το άκουσα λύθηκαν τα γόνατά μου
- als ich es hörte, bekam ich schlottrige Knie
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- λύνω τη γλώσσα κάποιου (για κρασί κτλ)
- jdm die Zunge lösen
- λύνω μια απορία
- eine Frage klären
- λύνω μια διαφορά
- eine Meinungsverschiedenheit klären
- σφίγγω/λύνω μια βίδα
- eine Schraube anziehen/lösen
- σφίγγω/λύνω τη ζώνη
- den Gürtel zuschnallen/aufschnallen