στο λεξικό PONS
αθλητικ|ός <-ή, -ό> [aθlitiˈkɔs] ΕΠΊΘ
1. αθλητικός:
- αθλητικός
- sportlich, Sport-
- αθλητικές εγκαταστάσεις
- Sporteinrichtungen θηλ πλ
- αθλητικές εγκαταστάσεις
- Sportanlagen θηλ πλ
- αθλητικό πνεύμα
- Sportgeist αρσ
2. αθλητικός (σώμα):
- αθλητικός
- sportlich, athletisch
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αθλητικός σύλλογος
- Sportverein αρσ
- αθλητικός όμιλος
- Sportverein αρσ