στο λεξικό PONS
- μαραίνομαι
- verwelken
- μαραίνομαι
- welk werden
- μαραίνομαι
- verblühen
- μαραίνομαι από ανία
- vor (lauter) Langeweile vergehen
- absterben
- μαραίνομαι
- eingehen
- μαραίνομαι
- verblühen
- μαραίνομαι
- welken
- μαραίνομαι
- verwelken
- μαραίνομαι
- verkümmern
- μαραίνομαι
- vergehen
- παρέρχομαι, μαραίνομαι