στο λεξικό PONS
χαιρετώ
χαιρετώ s. χαιρετίζω
χαιρετί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [çɛrɛˈtizɔ], χαιρετ|ώ [çɛrɛˈtɔ] <-άς, -ησα, -ήθηκα> VERB μεταβ
1. χαιρετίζω (με το χέρι, λέω καλημέρα, διαβιβάζω χαιρετισμό):
- χαιρετίζω
- grüßen
- χαιρέτα μας τον πλάτανο οικ
- das kann man wohl vergessen
2. χαιρετίζω (επιδοκιμάζω, αποδέχομαι):
- χαιρετίζω
- begrüßen
3. χαιρετίζω (επισκέπτομαι):
- χαιρετίζω
- besuchen
χαιρετί|ζω <-σα, -στηκα, -σμένος> [çɛrɛˈtizɔ], χαιρετ|ώ [çɛrɛˈtɔ] <-άς, -ησα, -ήθηκα> VERB μεταβ
1. χαιρετίζω (με το χέρι, λέω καλημέρα, διαβιβάζω χαιρετισμό):
- χαιρετίζω
- grüßen
- χαιρέτα μας τον πλάτανο οικ
- das kann man wohl vergessen
2. χαιρετίζω (επιδοκιμάζω, αποδέχομαι):
- χαιρετίζω
- begrüßen
3. χαιρετίζω (επισκέπτομαι):
- χαιρετίζω
- besuchen
Δεν υπάρχουν διαθέσιμα παραδείγματα προτάσεων
Δοκίμασε με μια άλλη καταχώριση.