στο λεξικό PONS
I. τ|είνω <-εινα, -άθηκα, -εταμένος> [ˈtinɔ] VERB μεταβ
1. τείνω (τεντώνω):
- τείνω
- spannen
2. τείνω (απλώνω):
- τείνω
- ausstrecken
II. τ|είνω <-εινα, -άθηκα, -εταμένος> [ˈtinɔ] VERB αμετάβ
1. τείνω (κλίνω, ρέπω):
- τείνω προς
- neigen zu
- τείνω προς
- tendieren zu
2. τείνω (αποσκοπεύω):
- οι ενέργειές του τείνουν να το …
- seine Aktivitäten zielen darauf ab, es zu …
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- τείνω/στρέφω ευήκοον ους σε κάτι
- einer Sache δοτ Gehör schenken