στο λεξικό PONS
I. συγκεντρώ|νω <-σα, -θηκα, -μένος> [siɲɟɛnˈdrɔnɔ] VERB μεταβ
1. συγκεντρώνω (πράγματα: συναθροίζω):
- συγκεντρώνω
- ansammeln
2. συγκεντρώνω (ανθρώπους):
- συγκεντρώνω
- versammeln
3. συγκεντρώνω (μαζεύω):
- συγκεντρώνω
- sammeln
4. συγκεντρώνω (προσηλώνω):
- συγκεντρώνω σε
- konzentrieren auf +αιτ
ιδιωτισμοί:
- συγκεντρώνω την προσοχή μου σε κάτι
- sich auf etw αιτ konzentrieren
- συγκεντρώνω τις δυνάμεις/το θάρρος μου
- all seine Kräfte/all seinen Mut zusammennehmen
II. συγκεντρώνομαι VERB αυτοπ ρήμα
1. συγκεντρώνομαι (για πράγματα):
- συγκεντρώνομαι
- sich ansammeln
2. συγκεντρώνομαι (για ανθρώπους):
- συγκεντρώνομαι
- sich versammeln
3. συγκεντρώνομαι (πνευματικά):
- συγκεντρώνομαι σε
- sich konzentrieren auf +αιτ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- συγκεντρώνω όλο μου το θάρρος
- all seinen Mut zusammennehmen
- συγκεντρώνω την προσοχή μου σε κάτι
- sich auf etw αιτ konzentrieren
- συγκεντρώνω τις δυνάμεις/το θάρρος μου
- all seine Kräfte/all seinen Mut zusammennehmen