στο λεξικό PONS
αναλογία [analɔˈjia] SUBST θηλ
1. αναλογία (αντιστοιχία):
- αναλογία
- Entsprechung θηλ
- κατ' αναλογία προς
- analog zu
2. αναλογία (σχέση):
- αναλογία
- Verhältnis ουδ
- η αναλογία των εισαγωγών προς τις εξαγωγές
- das Verhältnis von Ein- und Ausfuhr zueinander
- ο μισθός είναι μικρός σε αναλογία με τη δουλειά
- der Lohn ist im Verhältnis zur Arbeitsleistung zu gering
- η αναλογία φοιτητών και καθηγητών είναι 30 προς 1
- das Verhältnis von Studenten zu Professoren beträgt 30 zu 1
- αντίστροφη αναλογία
- umgekehrte Proportionalität θηλ
- σε αντίστροφη αναλογία
- umgekehrt proportional
3. αναλογία (σχετικά με τη διανομή των τμημάτων ενός συνόλου) ΜΑΘ:
- αναλογία
- Proportion θηλ
- μια αίθουσα με καλές αναλογίες
- ein Raum mit guten Proportionen, ein gut proportionierter Raum
- νόμος αρσ των σταθερών/ισοδύναμων/πολλαπλών αναλογιών ΧΗΜ
- Gesetz ουδ der konstanten/äquivalenten/multiplen Proportionen
- παράγοντας αρσ αναλογίας
- Proportionalitätsfaktor αρσ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- αναλογία θηλ μείγματος
- Mischungsverhältnis ουδ
- αναλογία θηλ οθόνης
- Seitenverhältnis ουδ des Displays
- αντίστροφη αναλογία
- umgekehrte Proportionalität θηλ
- κατ' αναλογία προς
- analog zu
- σε αντίστροφη αναλογία
- umgekehrt proportional