στο λεξικό PONS
πλατεία [plaˈtia] SUBST θηλ
1. πλατεία (πόλης, χωριού):
- πλατεία
- Platz αρσ
- πλατεία της αγοράς
- Marktplatz αρσ
2. πλατεία ΘΈΑΤ:
- πλατεία
- Parkett ουδ
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- πλατεία της αγοράς
- Marktplatz αρσ