στο λεξικό PONS
θυσία [θiˈsia] SUBST θηλ
- θυσία
- Opfer ουδ
- γίνομαι θυσία για κάτι
- sich für etw aufopfern
- προσφέρω θυσία
- ein Opfer bringen
- κάνω θυσίες +γεν
- Opfer bringen
- κάνω θυσίες +γεν
- auf Kosten +γεν
- πάση θυσία
- um jeden Preis
Παραδείγματα από το λεξικό PONS (ελεγμένα από τη συντακτική ομάδα)
- εξιλαστήρια θυσία
- Sühn(e)opfer ουδ
- προσφέρω θυσία
- ein Opfer bringen
- πάση θυσία
- um jeden Preis
- γίνομαι θυσία για κάτι
- sich für etw aufopfern
- η έσχατη θυσία
- das höchste Opfer ουδ